Οι ποικίλες ανθρώπινες
παρεμβάσεις στο τοπίο, συνδεόμενες με τις βιοτικές ανάγκες των κατοίκων, καθώς
και με την ιδιοσυστασία του χώρου (εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες)
προσδίδουν σε αυτό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Έτσι, το τοπίο δεν
συνιστά μια πραγματικότητα στατική, αλλά ένα αέναο γίγνεσθαι στο οποίο
αποτυπώνεται, ο αγώνας και οι δημιουργικές προσπάθειες των ανθρώπων που έχουν
αποτελέσματα τόσο οικονομικά, όσο και αισθητικά.
Βέβαια, οι ρυθμοί των
αλλαγών στο τοπίο, κυρίως μεγάλων γεωγραφικών ενοτήτων, με δεδομένο ότι τα
βασικά χαρακτηριστικά του (κλίμα, ακτές, βουνά, κοιλάδες, μεγάλες οικιστικές
μονάδες, κύριοι οδικοί άξονες) παραμένουν εν πολλοίς αναλλοίωτα, φαίνονται πολύ
αργοί και παραπέμπουν στο μακρό χρόνο, ωστόσο οι ανθρώπινες παρεμβάσεις
προκαλούν διαφοροποιήσεις και θέτουν τη σφραγίδα τους σε αυτό.
Σημαντικές παρεμβάσεις
στο τοπίο συνιστούν οι αγροτικές καλλιέργειες. Με αυτές ο άνθρωπος διαμορφώνει
το έδαφος, διευθετεί τα ύδατα, επηρεάζει τη χλωρίδα, δρώντας δημιουργικά και
συνδυάζοντας, το οικονομικό με το αισθητικό αποτέλεσμα. Όσο μονιμότερο είναι το
αποτέλεσμα των παρεμβάσεων αυτών, τόσο το τοπίο εμφανίζεται σαν ακίνητο και
αιώνιο.
Το παραδοσιακό
Λευκαδίτικο τοπίο είναι ένα τοπίο διαμορφωμένο, εν πολλοίς, στο βάθος του
χρόνου, του χώρου, στενά συνδεδεμένη βεβαίως με το ανθρώπινο περιβάλλον.
Ως προς το γήινο
ανάγλυφο του, το λευκαδίτικο τοπίο αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, μια
μικρογραφία του μεσογειακού τοπίου, ιδωμένου στο σύνολο του. Πρόκειται για
τοπίο στο οποίο κυριαρχεί το ορεινό στοιχείο, με λίγες πεδινές εκτάσεις,
αραιούς λόφους και οροπέδια. Τη μεγαλύτερη έκταση του νησιού καλύπτει το
κεντρικό ορεινό συγκρότημα που ξεκινώντας από τους Σφακιώτες στα Βόρεια καταλήγει
στο ακρωτήριο του Λευκάτα στα Νότια. Στα δύο άκρα του νησιού, Βόρειο και Νότιο,
εκτείνονται οι πεδινές εκτάσεις της πόλεως και της Βασιλικής αντιστοίχως, ενώ
μια τρίτη πεδινή περιοχή, μικρότερης έκτασης, εντοπίζουμε στην περιοχή Νυδριού
-Εγκλιμενού. Στο ορεινό συγκρότημα διαμορφώνονται οροπέδια (Σφακιωτών -
Τσουκαλάδων, Αλεξάνδρου και Εγκλουβής) ή μικρότερες επίπεδες εκτάσεις που είναι
σαν οροπέδια σε πολλά σημεία ανάμεσα στους ορεινούς όγκους, ενώ λόφοι υψώνονται
στις παρυφές των πεδινών εκτάσεων.
Στο φυσικό τοπίο πρέπει
ακόμα να συμπεριλάβουμε τους χείμαρρους και κυρίως το Βάρδα και το χείμαρρο του
Ρουπακιά που καταλήγουν αντίστοιχα, μέσα των πεδινών εκτάσεων της πόλεως και
της Βασιλικής, στη θάλασσα, καθώς επηρεάζουν τις καλλιέργειες και τη ζωή των κατοίκων.
Η κυριαρχία των ορεινών όγκων που συνιστά, σε μια πρώτη θεώρηση, εμπόδιο για
τις ανθρώπινες δραστηριότητες, λειτουργεί μάλλον ως κίνητρο για την ανατροπή
των εμποδίων, καθώς η ζωή έχει τόση δυναμικότητα, ώστε σε πολλά σημεία να
ανατρέπει τα εμπόδια που εγείρει το φυσικό περιβάλλον. Το βουνό προσφέρεται εν
δυνάμει για καλλιέργεια, καθώς έχει την αρόσιμη γη του τόσο στα οροπέδια, όσο
και στις κλιτύς (πλαγιά, κατωφέρεια, πλευρά βουνού)
του. Οι καλλιεργητικές όμως αυτές παρεμβάσεις απαιτούν εξαιρετικό μόχθο, αλλά,
σε αντιστάθμιση, παρέχουν κατά τεκμήριο υγιεινότερες συνθήκες διαβίωσης από
εκείνες στις οποίες διαβιούν οι κάτοικοι των πεδιάδων η παρατήρηση του Braudel ότι
το optimum
του οικισμένου χώρου συνιστά η ζώνη ανάμεσα στα 200 και στα 400 μέτρα πέρα από
τους λόγους που σχετίζονται με την παραγωγή, εμπεριέχει ασφαλώς και αυτή την
παράμετρο.
Η διαμόρφωση λοιπόν του
εδάφους και οι κλιματολογικές συνθήκες αφενός, η κίνηση του πληθυσμού και η
οργάνωση της οικονομίας αφετέρου, επηρεάζουν τις καλλιεργητικές παρεμβάσεις οι
οποίες διαμορφώνουν το λευκαδίτικο τοπίο όπως το γνωρίζουμε κατά τους
τελευταίους αιώνες με την κυριαρχία της ελιάς και του αμπελιού, ένα τοπίο το
οποίο, κάτω από τις μεταπολεμικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες,
υφίσταται ήδη σχετικές αλλαγές.
Οι απαρχές της
διαμόρφωσης του λευκαδίτικου τοπίου με βάση τις καλλιέργειες, ανάγονται στην
αρχαιότητα. Οι μεσογειακές καλλιέργειες του αμπελιού κυρίως, σύμφωνα με τον
Όμηρο, οι μνηστήρες πίνουν το κρασί του Οδυσσέα, ενώ υπάρχουν αναφορές και για
ελιές. Ανεξαρτήτως της ταύτισης ή μη της Λευκάδας με την Ομηρική Ιθάκη είναι
φυσικό να υποθέσουμε ότι τα νησιά έχουν οικονομική και κοινωνική οργάνωση και
συνεπώς οι αναφορές της Οδύσσειας καλύπτουν ασφαλώς και το χώρο της Λευκάδος,
πάντοτε με βάση την Οδύσσεια, ύπαρξη μεγάλης κτηνοτροφίας προϋποθέτει ότι
μεγάλη έκταση του νησιού ήταν ακαλλιέργητη και καλυπτόταν από λιβάδια ή δασικές
εκτάσεις, ενώ άλλες εκτάσεις καλύπτονταν από την καλλιέργεια των δημητριακών.
Κατά τους ιστορικούς
χρόνους καλλιέργειες και τοπία δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται σημαντικά. Οι
ελιές στα λευκαδίτικα νομίσματα είναι τεκμήριο της ελαιοκαλλιέργειας, ενώ οι
αναφορές στο λευκαδίτικο κρασί του Πλίνιου του πρεσβύτερου και του Αθήναιου,
δυο συγγραφέων που απέχουν μεταξύ τους 4 αιώνες είναι απόδειξη της αδιάλειπτης
καλλιέργειας του φυτού στο νησί.
Αξιοσημείωτες μεταβολές
δεν φαίνεται να υπήρξαν και κατά τους επόμενους αιώνες, αφού σε διάταγμα της
Ανδεγαυικής περιόδους του νησιού (1355), γίνεται λόγος για αμπελώνες, λειμώνες,
δάση και γαίες, χωρίς αναφορά σε ελαιώνες, πράγμα που υποδηλώνει περιορισμένη,
στη καλύτερη περίπτωση, καλλιέργεια του φυτού.
Σύμφωνα με αναφορά του
Στάθη Μαρίνου στο Δούκα του Νεβέρ (1623), το νησί παράγει σιτάρι, κρασί και
φρούτα, και διαθέτει κτηνοτροφία και ξυλεία, ενώ σε συνοδευτικό της έκθεσης του
γενικού προβλεπτή θαλάσσης Francesco
Grimani
προς το Δόγη της 15 Νοεμβρίου του 1660, στο οποίο καταγράφεται λεπτομερώς το
εμπόριο του νησιού στο παρελθόν (in
passato
κατά
το έγγραφο) αναφέρεται εξαγωγή λευκαδίτικου κρασιού στη Μπαρμπαριά καθώς και
εξαγωγή σιτηρών από το νησί και τον κόλπο της Πρέβεζας στην Ιταλία, ενώ το λάδι
δεν περιλαμβάνεται ούτε στα εισαγόμενα ούτε στα εξαγόμενα προϊόντα. Τα στοιχεία
αυτά για τις καλλιέργειες επιβεβαιώνεται από βενετικά και τουρκικά φορολογικά
ντοκουμέντα.
Σε έκθεση του P. Bembo του
1688 αναφέρεται ότι με την Ενετική κατάκτηση του νησιού οι Κεφαλλονίτες άρπαξαν
μέσα στη σύγχυση 36.000 αιγοπρόβατα. Από τις παραπάνω πληροφορίες και με τις
σχετικές από την αρχαιότητα, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στο
νησί καλλιεργείται αδιαλείπτως το αμπέλι, με διακυμάνσεις η ελιά, ενώ σημαντικό
μέρος του καλύπτεται από λιβάδια και δάση.
Με βάση τα σωζόμενα
Ενετικά κτηματολόγια και εκθέσεις του 1726-27, τα οποία δυστυχώς καλύπτουν μόνο
την πεδιάδα της Αμαξικής και τις περιοχές των όμορων οικισμών (Φρύνι,
Απόλπαινα, Καρυώτες, Κατούνα), καθώς και τις περιοχές των Σφακιωτών, Καρυάς,
Πηγαδησάνων, Αλεξάνδρου, Αγίου Πέτρου και Βασιλικής η εικόνα των καλλιεργειών
είναι η ακόλουθη: καταγράφοντας περίπου 25.330 ενετικά στρέμματα χωράφια,
46.000 στρέμματα 20.000 περίπου μεροδούλια αμπέλια και περίπου 12.500 ρίζες
ελιές και συνεπώς η κύρια καλλιέργεια είναι τα σιτηρά, ενώ παράλληλα
καλλιεργούνται τα αμπέλια και σε μικρότερο βαθμό οι ελιές.
Πίνακας
4.
Καταγεγραμμένων αμπελιών το
1727.
|
Περιοχή
|
Μονάδα
|
|
Πεδιάδα
Αμαξικής και όμορφα χωριά
|
11.770
μεροδούλια
|
|
Σφακιώτες
|
1.750
μεροδούλια
|
|
Καρυά
- Πηγαδησάνοι
|
2.265
μεροδούλια
|
|
Αλέξανδρος
|
1.386
μεροδούλια
|
|
Πεδιάδα
Βασιλικής
|
2.800
μεροδούλια
|
Το μέγιστο ποσοστό των αμπελιών, ξεπερνά το 60% από τις κτηματολογημένες περιοχές, βρίσκεται
στην περιοχή της Αμαξικής και στις όμορες περιοχές, ενώ μικρότερης έκτασης
είναι η καλλιέργεια στις υπόλοιπες περιοχές. Η εξήγηση του γεγονότος πρέπει να
συναφθεί με το μεγαλύτερο βαθμό εκ χρηματισμού της οικονομίας της Αμαξικής, σε
σύγκριση με την οικονομία της υπαίθρου, που είναι μια οικονομία αυτοκατανάλωσης
και ο χαρακτήρας της αυτός επιβεβαιώνεται από την προτίμηση σε καλλιέργεια
σιτηρών, βασικού προϊόντος για οικονομίες που έχουν μικρή επαφή με την αγορά.
Αντίθετα, στην Αμαξικής άτομα που ασχολούνται με ναυτεμπορικές
δραστηριότητες διαθέτουν σημαντικές εκτάσεις αμπελιών, η εκμετάλλευση των
οποίων είναι συμπληρωματική των κύριων δραστηριοτήτων τους.
Για τα άτομα αυτά η αμπελοκαλλιέργεια αποτελεί επένδυση. Είναι
χαρακτηριστικό και εύγλωττο το γεγονός ότι ενώ στους Σφακιώτες η έκταση των
αμπελιών ανέρχεται μόλις στο 6% του διατιθέμενου προς καλλιέργεια εδάφους, στον
Αλέξανδρο στο 7% και στην Καρυά - Πηγαδησάνους στο 11%, στην Αμαξική ανέρχεται
στο 32% και στους όμορφους οικισμούς στο 14%.
Αμπελοκαλλιέργεια όμως κατά την ίδια περίοδο εντοπίζεται και σε άλλες
περιοχές του νησιού, όπως προκύπτει από κατάστιχο καταπατημένων δημοσίων
κτημάτων του 1712. Στο κατάστιχο αυτό καταγράφονται αμπέλια μικρής έκτασης
(μέχρι 10 μεροδούλια) στα χωριά Αθάνι, Κωμηλιό, Κοντάραινα, Καλαμίτσι, Εύγηρο,
Εξάνθεια, Μαραντοχώρι, Νιοχώρι και Βαυκερή και μεγαλύτερης έκτασης στα χωριά
Εγκλουβή, Φτερνό και Βουρνικά (75,24 και 35 μεροδούλια αντιστοίχως). Το σύνολο
των καταπατημένων αμπελιών ανέρχεται μόλις στο 2,6% του συνόλου των
καταπατημένων κτημάτων. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η αμπελοκαλλιέργεια ακολουθεί
φθίνουσα πορεία όσο απομακρυνόμαστε από το Βόρειο τμήμα του νησιού για να
ανέλθει σε σημαντικό σχετικό σχετικά επίπεδο στην πεδιάδα της Βασιλικής.
Απέχουμε δηλαδή ακόμα από τη δημιουργία αμπελώνων στις πλαγιές των Βουνών των
ορεινών περιοχών.
Μετά την Βενετική κατάκτηση του νησιού, φαίνεται ότι η αμπελοκαλλιέργεια
αρχίζει να ενισχύεται, έτσι ώστε τα 20.000 περίπου μεροδούλια που καταγράφονται
στα 1726-27 να είναι αποτέλεσμα της επέκτασης αυτής. Αυτή τον ρυθμό ανόδου
μπορούμε να τον δούμε από το κτηματολόγιο της πεδιάδας της Βασιλικής του 1707
στο οποίο καταγράφονται 2.600 μεροδούλια αμπέλια από τα οποία τα 500, δηλαδή το
25% χαρακτηρίζονται ως νέα (vigne novelle). Η ίδια περιοχή στην
κτηματολόγηση του 1727 έχει 2.800 μεροδούλια, δηλαδή το 8% περισσότερα από το
1707. Πρέπει να συνεκτιμήσουμε και το ξαμπέλωμα παλαιών αμπελώνων που στα
κτηματολόγια καταγράφονται ως χωράφια που ήταν αμπέλια (terreno era vigna) και που βέβαια δεν τα
λογαριάσαμε ως αμπελώνες.
Η αμπελοκαλλιέργεια από άλλη άποψη συνιστά μία δυνατότητα αφομοίωσης των
κατοίκων με μικρό ή καθόλου κλήρο στις αγροτικές οικονομικές δραστηριότητες και
απόκτηση ή διεύρυνσης της περιουσίας τους και συνδέεται έτσι με τη
"χωρητικότητα" του συστήματος. Τα νοταριακά έγγραφα του 18ου αιώνα
αποτυπώνουν τις δραστηριότητες αυτές από τις οποίες προκύπτει ότι άτομα με
σημαντική κτηματική περιουσία ή εμποροναυτικές και χρηματοπιστωτικές
δραστηριότητες συνήθως, αλλά και μοναστήρια παραχωρούν κτήματα τους για εμφύτευση
αμπελιού, με τον όρο, πολλές φορές, να μοιράζουν "γης και κλήματα"
ύστερα από 7 χρόνια. Η επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας προκύπτει ακόμα από την
αύξηση της απόδοσης της φορολογίας του κρασιού και τη σχέση της με τη φορολογία
των σιτηρών και καθώς και από το γεγονός ότι στα 1760 το προϊόν είναι
πλεονασματικό και εξάγονται 3.000 βαρέλια ετησίως (Nota Dell Annuo Prodotto Dell' Isola Di S.M.). Το επίπεδο της αμπελοκαλλιέργειας στο τέλος
της Ενετοκρατίας τεκμαίρεται από δυο ακόμα στοιχεία. Το πρώτο προκύπτει από τα
άρθρα (capitoli) της φορολογικής
μεταρρύθμισης του 1769-70, σύμφωνα με τα οποία οι οικισμούς του νησιού, για να
εισπράξουν τη δέκατη (φόρος της εποχής). Αυτό σημαίνει ότι η αμπελοκαλλιέργεια
έχει επεκταθεί σε όλο το νησί. Το δεύτερο προκύπτει από τη σύγκριση της
περιουσίας των μονών του νησιού κατά το 1805 με εκείνη που κατείχαν το 1701.
Η ελαιοκαλλιέργεια στις αρχές του 18ου αιώνα (1726-27) με βάση τα
προαναφερθέντα ενετικά τεκμήρια παρουσιάζει την εξής εικόνα: Υπάρχουν στις
κτηματολογικές περιοχές 12.243 ρίζες ελιές.
Πίνακας 5. Καταγεγραμμένων ριζών ελαιόδεντρων το 1727
|
Περιοχή
|
Αρ. Παλαιών Ριζών
|
Αρ. Νέων Ριζών
|
|
Αμαξικής και γύρω χωριών
|
8.019
|
1.766
|
|
Σφακιώτες
|
437
|
249
|
|
Καρυά - Πηγαδησάνοι
|
205
|
14
|
|
Αλέξανδρος
|
293
|
104
|
|
Βασιλικής -Αγ. Πέτρου
|
795
|
361
|
|
Σύνολο
|
9.749
|
2.494
|
Η κατανομή των ελαιόδεντρων
στο χώρο παρουσιάζει την ίδια εικόνα με την κατανομή της αμπελοκαλλιέργειας. Το
λάδι προϊόν αποτελούσε ένα κύριο μέρος
της οικονομίας και παράγεται σε ποσοστό 80% στην Αμαξική, στην οποία οι
αγροτικές δραστηριότητες είναι συμπληρωματικές των ναυτεμπορικών. Αν με μια
νοητή διαιρέσουμε το νησί σε δυο τμήματα, Βόρειο και Νότιο, θα παρατηρήσουμε
ότι το μέγιστο ποσοστό τόσο της ελαιοκαλλιέργειες, όσο και της
αμπελοκαλλιέργειας βρίσκεται στο Βόρειο, ενώ ανάλογη είναι και η δημογραφική
πραγματικότητα της εποχής.
Όμως φαίνεται στων
παραπάνω πίνακα που αναφέρεται η ελαιοκαλλιέργεια αυξάνεται με σχετικά
ικανοποιητικούς ρυθμούς. Αν νέα ελαιόδεντρα θεωρούνται, όσα φυτεύτηκαν μετά το
1684, η αύξηση μέχρι το 1726 ανέρχεται σε 25%. Αν βέβαια παλαιά θεωρούνται όσα
δίνουν κανονική παραγωγή, τότε η αύξηση είναι μεγαλύτερη.
Από πίνακα του ετήσιου
προϊόντος του νησιού στα 1760, αναφέρει παραγωγή λαδιού 2.000 βαρελιών το χρόνο
δηλαδή 250.000 κιλά κατά το έτος της σοδιάς. Ενδεικτική της αύξουσας πορείας
της ελαιοκαλλιέργειας είναι η αύξηση των ελαιόδεντρων. Στα 1770 ο συνολικός
αριθμός των ελαιόδεντρων είναι 44.169.
Μια άλλη καλλιέργεια η
οποία επηρεάζει και διαμορφώνει το τοπίο, κυρίως στην πεδιάδα της Αμαξικής,
αλλά και σε εκείνη της Βασιλικής, είναι η δημιουργία περιβολιών για παραγωγή
φρούτων και εποχιακών λαχανικών. Τα νοταριανά έγγραφα του 1717 αναφέρουν ότι
κάποιος Δήμος Μπελόνιας αφιερώνει στον Άγιο Μηνά περιβόλια στις αλυκές που ήταν
πριν βαλτότοπος.
Αναπαριστώντας σε
γενικές γραμμές το Λευκαδίτικο τοπίο του 18ου αιώνα πρέπει να αναφερθούμε σε
στην καλλιέργεια σιτηρών που είναι η κυρίαρχη
στο νησί, καθώς, όπως προκύπτει από κτηματολόγια, αν λογαριάσουμε
χωράφια και αμπελώνες, χωράφια είναι το 94% του συνολικού των κτημάτων στους
Σφακιώτες, το 93% στον Αλέξανδρο, το 89% στην Καρυά -Πηγαδησάνους, στην Αμαξική
το 68% και στις περιοχές Κατούνας, Καρυωτών, Απόλπαινας και Φρυνίου το 86%.
Έτσι στην πεδιάδα της
Αμαξικής τα χωράφια εναλλάσσονται με αμπελώνες
και ελιές, ενώ υπάρχουν και λίγα περιβόλια. Οι καλλιεργητικές
παρεμβάσεις εξυγιαίνουν σε ένα ποσοστό το χώρο από τους βάλτους.
Στην ύπαιθρο το μέγιστο
ποσοστό των καλλιεργημένων εκτάσεων είναι χωράφια-αμπέλια υπάρχουν σε ολόκληρο
το νησί, χωρίς να καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις. Τα περισσότερα βρίσκονται στην
πεδιάδα της Βασιλικής, και ακολουθούν οι περιοχές Καρυάς, Σφακιωτών και
Αλεξάνδρου, ενώ οι ελιές λίγες στην αρχή, με αξιόλογη αύξηση προς το τέλος του
αιώνα, κατανέμονται στα χαμηλότερα σημεία του νησιού και η ύπαρξη τους
μαρτυρείται σε περιοχές που η επέκταση της καλλιέργειες θα είναι στο μέλλον
σημαντική. Το τοπίο συμπληρώνεται με λιβαδικές εκτάσεις λόγω κτηνοτροφίας και,
προφανώς, με θαμνώδεις, όπως φανερώνει ο όρος disboscatione στα κτηματολόγια, αλλά
και με δασικές πεύκων και δρυών. Η περιοχή των Σκάρων και μέρος της Β.Δ. και
Ν.Δ. πλευράς του νησιού καλύπτονται από δάση πεύκων, ενώ φαίνεται ότι και δρυς
υπήρχαν από το γεγονός ότι στα 1760 εξάγονται από το νησί 10 χιλιάδες λίτρες
βελανίδια. Η δημογραφική ενίσχυση του νησιού μετά την ενετική κατάκτηση
διευρύνει το καλλιεργούμενο έδαφος, καθώς στα κτηματολόγια σημαντικό μέρος των
κτημάτων χαρακτηρίζεται ως incolto,
δηλαδή ακαλλιέργητο. Εκτιμώντας το σύνολο των καλλιεργούμενο χωραφιών στα 1760
με βάση τον πίνακα της ετήσιας παραγωγής του νησιού που είναι 41.000 κάδοι
δημητριακά, 500 κάδοι όσπρια και 900 κάδοι λιναρόσπορου, δηλαδή 42.400 κάδοι
και λογαριάζοντας τη μέση απόδοση του εδάφους σε 1:5 προκύπτει έκταση
καλλιεργούμενου εδάφους 8.500 κάδοι, δηλαδή 65.000 περίπου στρέμματα.
Με αφετηρία την εικόνα
αυτή μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία των καλλιεργειών κατά 19ο και 20ο
αιώνα. Η πορεία αυτή χαρακτηρίζεται από προοδευτική ενίσχυση της καλλιέργειας
του αμπελιού και της ελιάς εις βάρος της καλλιέργειας των σιτηρών και από
διεύρυνση του καλλιεργούμενου εδάφους με τη δημιουργία νέων κτημάτων, με
ημέρωμα άγριου εδάφους και ενώ η ελαιοκαλλιέργεια διευρύνεται σταθερά, επειδή
το προϊόν έχει σταθερή ζήτηση, η αμπελοκαλλιέργεια ενισχύεται με μέτρα της Αγγλικής
προστασίας.
Το 1914 στο νησί
καλλιεργούνται 35.890 στρέμματα αμπέλια και 34.510 στρέμματα ελαιοκαλλιέργειας,
με αυξανόμενους ρυθμούς που ξεπερνάν το 1.000.000 δέντρα μετά το 1970. Η κύρια
καλλιεργητική ζώνη του προϊόντος ξεκινά από την πεδιάδα της πόλεως και καλύπτει
την ανατολική πλευρά του νησιού, καθώς και τα χαμηλότερα σημεία της περιοχής
Σφακιωτών, την περιοχή Τσουκαλάδων, Αγίου Νικήτα για να καταλήξει στην περιοχή
Αθανίου στην δυτική πλευρά του νησιού. Οι καλλιέργειες αυτές καθώς και των
όμορων περιοχών αλλάζουν το τοπίο. Το αρόσιμο έδαφος για καλλιέργεια
δημητριακών κ.λπ. περιορίζεται σε 35.649 στρέμματα, αλλά το σύνολο του
καλλιεργούμενου εδάφους αυξάνεται σε 106.048 στρέμματα στα 1914, ενώ στα 1993
σε σύνολο 124.163 στρέμματα γεωργικής γης οι αροτριαίες καλλιέργειες είναι
μόλις 20.335 στρέμματα, με 9.276 από αυτά να είναι στρέμματα αμπελώνων.
Έτσι στη διάρκεια του
19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα διαμορφώνονται οι καλλιεργητικές ζώνες οι
οποίες προσδιορίζουν και δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα του Λευκαδίτικο τοπίο:
κυριαρχία της ελιάς στην πεδιάδα της πόλεως, στο Ανατολικό τμήμα και στις
πρόσφορες ημιορεινές περιοχές του δυτικού τμήματος του νησιού, κυριαρχία του
αμπελιού στα ορεινά χωριά. Οι πλαγιές των λόφων και των βουνών καλύπτονται από
ελαιώνες και αμπέλια. Ξεκινώντας από τη θάλασσα σχεδόν οι ελιές απλώνονται στον
κάμπο, αναρριχώνται στις πλαγιές. Στα οροπέδια και στις πλαγιές των ορεινών
όγκων αμπέλια σκαρφαλωμένα παντού [7].
Η Λευκάδα τα τελευταία
χρόνια, φημίζεται και για την περίφημη φακή Εγκλουβής.
Οι ογδόντα κάτοικοι της Εγκλουβής, του ορεινότερου χωριού της Λευκάδας,
καλλιεργούν στα χωράφια τους, στο οροπέδιο Βουνί στα 1000μ υψόμετρο, ένα
βιολογικό προϊόν. Την ξακουστή φακή Εγκλουβής, που θεωρείται η καλύτερη φακή
στον κόσμο.
Οι Εγκλουβισάνες,
φορώντας την τοπική φορεσιά τους, σπέρνουν τη φακή μετά την Πρωτοχρονιά – με τα
«παγανά», και την αφήνουν να «κοιμηθεί» κάτω από το χιόνι. Την άνοιξη, τη
βοτανίζουν με γνώση και επιδεξιότητα από τα ζιζάνιά της. Το καλοκαίρι όταν
ωριμάσει, τη ξεριζώνουν με τα χέρια και την πάνε στο αλώνι. Κρατούν το σπόρο
για την επόμενη χρονιά [8].
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου